Monsanto-MONΗ ιστορία εκ των έσω, για το πώς η Αμερικάνικη Κυβέρνηση άφησε μία εταιρία να συνθλίψει την καινοτομία στη βιοτεχνολογία και να κυριαρχήσει σε μία ολόκληρη βιομηχανία.

LINA KHAN

Τον περασμένο Νοέμβριο το Τμήμα Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, έκλεισε αθόρυβα μία τρίχρονη αντιμονοπωλιακή έρευνα για τη Μονσάντο, το γίγαντα της βιοτεχνολογίας, γενετικά χαρακτηριστικά της οποίας, είναι χωμένα σε πάνω από το 90% της αμερικάνικης σοδειάς σόγιας και πάνω από 80% του καλαμποκιού. Παρά το δημοσιογραφικό πάταγο όταν η έρευνα αρχικά ανακοινώθηκε, η κατάληξή της ουσιαστικά, δεν καλύφθηκε δημοσιογραφικά. Το Τμήμα Δικαιοσύνης δεν εξέδωσε δημόσια γραπτή δήλωση. Μόνο μία μικρή δημοσιογραφική αναφορά από τη Μονσάντο μεταφέρθηκε στα νέα.
Η έλλειψη δημοσιότητας υποβαθμίζει τη σημαντικότητα της απόφασης και για τους καταναλωτές τροφών σε όλο τον κόσμο και για τους επιχειρηματίες των ΗΠΑ. Οι αρμόδιοι που εξέτασαν τη συμπεριφορά της Μονσάντο λένε ότι η απόφαση του Τμήματος Δικαιοσύνης να μη δράσει, κατοχυρώνει πλήρως την κυριαρχία της εταιρίας πάνω στη βιομηχανία σπόρων των ΗΠΑ. Πολλοί από αυτούς, επίσης, λένε ότι η απόφαση επικυρώνει επιθετικές πρακτικές, που χρησιμοποιεί η Μονσάντο για να περιχαρακώσει την κυριαρχία της και να αποτρέψει τον ανταγωνισμό. Αυτό περιλαμβάνει ιδιαίτερα περιοριστικές συμφωνίες, που αποκλείουν ανταγωνιστές, ενώ παράλληλα γίνεται ένα πάρτι πολλών δισεκατομμυρίων, για την εξαγορά εταιριών σπόρων.
Όταν οι αρχές πρωτεξαπέλυσαν την έρευνά τους, πολλοί ειδικοί πάνω στο μονοπώλιο και τη γεωργία πίστευαν ότι ήταν ακόμα πιθανόν να φανταστεί κανείς μία βιομηχανία που χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερο ανταγωνισμό στην αγορά και μεγαλύτερη ποικιλία στους σπόρους. Αυτό το μέλλον είναι μάλλον καταδικασμένο.
Η έρευνα πάνω στις πρακτικές στις επιχειρήσεις της Μονσάντο άρχισε σε επίπεδο πολιτείας το 2007, όταν γενικοί δικηγόροι στην Αϊόβα, στο Τέξας και μία χούφτα άλλες πολιτείες ξεκίνησαν μία έρευνα πάνω στις εμπιστευτικές συμφωνίες παραχώρησης άδειας της εταιρίας. Είναι αυτά τα συμβόλαια, που πρέπει να υπογράφονται από κάθε εταιρία σπόρων, που επιθυμεί να εισάγει τα γονίδια της Μονσάντο στις δικές της μεταλλάξεις φυτών σόγιας και καλαμποκιού.
Αρμόδιοι της πολιτείας ξεσκέπασαν συμφωνίες όπου, με τον έναν ή το άλλον τρόπο, πολλαπλασιαστές σπόρων και έμποροι λιανικής έπρεπε να προτιμήσουν τη Μονσάντο έναντι των ανταγωνιστών της. Ένας όρος (του συμβολαίου), για παράδειγμα, απαγορεύει στις σποροπαραγωγικές εταιρίες να συνδυάζουν τα γενετικά χαρακτηριστικά της Μονσάντο με τα χαρακτηριστικά που ελέγχονται από τις ανταγωνίστριές της εταιρίες, εκτός εάν, υπάρχει ρητή άδεια από τη Μονσάντο. Από τη στιγμή που η συντριπτική πλειονότητα της σοδειάς του αμερικάνικου καλαμποκιού και της σόγιας περιέχει γονίδια της Μονσάντο, η εταιρία μπορεί πολύ αποτελεσματικά να αποκλείσει τους αντιπάλους.
Σε μια άλλη συμφωνία, η Μονσάντο όρισε ρητώς, το προϊόν της Ράουνταπ (Roundup), ως το μόνο ζιζανιοκτόνο που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι αγρότες στη σοδειά «Ράουνταπ Ρέντι»(Roundup Ready). Οι ανταγωνιστές λένε ότι αυτή η τακτική μπλοκάρισε ένα φτηνότερο, γενόσημο* ζιζανιοκτόνο από την αγορά.
Η Μονσάντο επίσης, υποσχέθηκε σημαντική έκπτωση στις εταιρίες σπόρων, οι οποίες συμφώνησαν να διασφαλίσουν ότι τα προϊόντα της αποτελούσαν τουλάχιστον το 70%, από συγκεκριμένες γραμμές της παραγωγής τους. Πολλοί πωλητές σπόρων έχουν πει ότι οι πολιτικές της Μονσάντο τους αποτρέπουν από το να προωθούν προϊόντα ανταγωνιστών.
Η δράση της Μονσάντο ήταν «πολύ κακή», είπε ένας δικηγόρος του δημοσίου, ο οποίος ερεύνησε τις εμπιστευτικές συμφωνίες και ο οποίος ζήτησε να μην αναφερθεί το όνομά του, γιατί δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να μιλήσει γι’ αυτές. «Εάν μία εταιρία σπόρων δεν έπαιζε σύμφωνα με τους κανόνες της Μονσάντο, μπορούσε να την εξολοθρεύσει».
Σύντομα αφού ο πρόεδρος Ομπάμα ανέλαβε καθήκοντα και μετά από δύο χρόνια έρευνας σε επίπεδο πολιτείας, το Τμήμα Δικαιοσύνης ξεκίνησε τη δική του αναζήτηση πληροφοριών, πάνω σε πρακτικές της Μονσάντο. Εκείνη την εποχή, το γεγονός αναφερόταν ως σημαντικό νέο. Όπως έγραψε η Ουάσινγκτον Ποστ, «από όλες τις αντιμονοπωλιακές προσπάθειες που έλαβαν μέρος από τη νέα διοίκηση, η έρευνα για τη Μονσάντο φαίνεται να φέρει το μεγαλύτερο ρίσκο της αγοράς, αφού έχει να κάνει με την προμήθεια τροφής και με μία από τις μεγαλύτερες εθνικές αγροτικές φίρμες».
Αντιμονοπωλιακοί νόμοι σε ομοσπονδιακό και πολιτειακό επίπεδο έχουν αμβλυνθεί τις τελευταίες δεκαετίες από προεπιχειρησιακές διοικήσεις και δικαστήρια. Ωστόσο, οι αντιμονοπωλιακοί νόμοι παραμένουν μία υψηλά κριτική οπτική του είδους των περιοριστικών συμβολαίων που η Μονσάντο , κατά σύστημα, επέβαλε στις εταιρίες σπόρων και τους αγρότες.
Οι επιβάλλοντες του αντιμονοπωλιακού νόμου, επίσης, παραδοσιακά υιοθετούν μια σκληρή στάση εναντίον των εταιριών που επεκτείνονται μέσω της απόκτησης (άλλων εταιριών), όπως έκανε η Μονσάντο, αντί της φυσιολογικής ανάπτυξης.
Είναι χρήσιμο να θυμόμαστε ότι, μέχρι πρόσφατα, η Μονσάντο δεν ήταν στις επιχειρήσεις σπόρων. Αρχικά, ήταν μια χημική εταιρία που παρήγαγε πλαστικά και εντομοκτόνα, μετά έκανε στροφή προς τη βιοτεχνολογία, τη δεκαετία του 1980, αναπτύσσοντας γενετικά χαρακτηριστικά και προωθώντας άδειες παραγωγής τους σε εταιρίες, μεγάλες ή μικρές, που διεξήγαγαν τον πραγματικό πολλαπλασιασμό των σπόρων και χειρίζονταν τις πωλήσεις στου αγρότες. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, η Μονσάντο υιοθέτησε μία νέα στρατηγική και ξεκίνησε να αποκτά πολλές από τις ανεξάρτητες επιχειρήσεις σπόρων, που ήταν οι αρχικοί πελάτες των προϊόντων της. Μέσα στην επόμενη δεκαετία, η Μονσάντο ξόδεψε περισσότερα από 12 δις δολ., για να αγοράσει τουλάχιστον 30 τέτοιες επιχειρήσεις.
Κινητοποιημένοι από το γεγονός ότι έχαναν την πρόσβαση σε πολλές σημαντικές γενετικές δεξαμενές και σποροπολλαπλασιαστές, οι ανταγωνιστές της βιοτεχνολογίας – συμπεριλαμβανομένων των Dypont, Dow και Syngenta – έτρεξαν όπως-όπως να πιάσουν θέση στις εταιρίες σπόρων, για να διασφαλίσουν το δικό τους οπλοστάσιο.
Αφού αντιγράφηκε από τους ανταγωνιστές η στρατηγική της Μονσάντο αναδιαμόρφωσε τη βιομηχανία. Σαν αποτέλεσμα, ο ανταγωνισμός και η ποικιλία έφθιναν. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο αριθμός των ανεξάρτητων εταιριών απόρων συρρικνώθηκε, από περίπου 300 φίρμες, σε λιγότερες από 100. Πολλές επιχειρήσεις που δεν αγοράστηκαν απ’ ευθείας, οδηγήθηκαν σε χρεωκοπία. Ακόμα και αυτοί οι αριθμοί υποτιμούν τη δύναμη της Μονσάντο, αφού πολλές από τις ανεξάρτητες εταιρίες που απόμειναν, πρέπει τώρα να ανταγωνίζονται με την ίδια εταιρία από την οποία εξαρτώνται για τις προμήθειές τους σε γενετικά χαρακτηριστικά, γεγονός που περιορίζει το πόσο ελεύθερα μπορούν να επιλέξουν ή να προβούν σε αγοραπωλησία προϊόντων άλλων εταιριών.
«Η μεγαλύτερη ανησυχία μου είναι ότι η Μονσάντο μπορεί να πάει έξω και να υποσκάψει τη θέση μας στην αγορά, μέσω ενός από τους δικούς της κατοχυρωμένους σπόρους», είπε ο ιδιοκτήτης μιας οικογενειακής εταιρίας απόρων στο Μιντγουέστ, ο οποίος ζήτησε να μη γίνει γνωστή η ταυτότητά του, γιατί βασίζεται στη Μονσάντο για γενετικά χαρακτηριστικά. «Μας βάζει σε πολύ τρωτή θέση. Μπορεί να μας συνθλίψει οποιαδήποτε στιγμή».
Έγγραφα τα οποία αποκτήθηκαν στο Τέξας από το γενικό γραφείο του δικηγόρου, μέσω μιας δημόσιας αίτησης για πληροφορίες, έδειξαν ότι η πολιτεία εξέτασε τη διαγωγή της Μονσάντο διεξοδικά. Τα στοιχεία τους συμπεριλάμβαναν ακαδημαϊκή έρευνα πάνω στη δεσμευτική τιμολόγηση της Μονσάντο και νομικά άρθρα εφημερίδων, πάνω στην αστυνόμευση αυτόνομων εταιριών με πνευματικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα για ανταγωνιστική συμπεριφορά.
Τα έγγραφα δείχνουν ότι οι αρχές προσπάθησαν να ζυγίσουν, όχι μόνο πότε τα συμβόλαια της Μονσάντο ήταν παράνομα αλλά, περισσότερο επιτακτικά, πότε η εταιρία είχε χρησιμοποιήσει παράνομα την κυριαρχία της για να εγκαθιδρύσει ένα μονοπώλιο.
Ο ιδιοκτήτης εταιρίας στο Μίντγουεστ είπε, ότι οι αρμόδιοι του Τμήματος Δικαιοσύνης, σε αντίθεση, εμφανίστηκαν να είναι πιο πολύ συγκεντρωμένοι στους μηχανισμούς συμφωνιών παραχώρησης άδειας της Μονσάντο, τηλεφωνώντας του αρκετές φορές στο 2010, για να συζητήσουν το θέμα. «Ρώτησαν πολύ συγκεκριμένα θέματα, σχετικά με συμβόλαια (της Μονσάντο), η συζήτηση ήταν εστιασμένη σ’ αυτό το σημείο» είπε, «Δεν προσπαθούσαν να καταλάβουν το σχέδιο της βιομηχανίας σπόρων, ή άλλα μεγαλύτερα θέματα».
Όταν προσεγγίστηκε μία εκπρόσωπος του Τμήματος Δικαιοσύνης έκανε γνωστό ότι το μονοπωλιακό τμήμα είχε κλείσει την έρευνά του πάνω στην «πιθανή αντιανταγωνιστική συμπεριφορά» στη βιομηχανία σπόρων, λόγω «εξελίξεων στην αγορά που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της αναμονής της έρευνας». Η εκπρόσωπος δεν μπορούσε να δώσει λεπτομέρειες γι’ αυτές τις εξελίξεις. «Πιστεύουμε ότι δεν θα ήταν σωστό να σχολιάσουμε περαιτέρω» είπε. Οι γενικοί εκπρόσωποι των αρχών που ξεκίνησαν να διερευνούν πριν πέντε χρόνια έκλεισαν την αναζήτησή τους και επέλεξαν να μην κάνουν κανένα σχόλιο γι’ αυτό.
Ακαδημαϊκοί και ιδιωτικοί δικηγόροι που συμβούλευαν την κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της έρευνας παραδέχτηκαν ότι, μία αντιμονοπωλιακή μήνυση εναντίον μιας εταιρίας, τόσο στρατηγικά και πολιτικά διασυνδεδεμένη όσο η Μονσάντο, δεν θα είχε εγγυημένα θετικό αποτέλεσμα. Πολύ λίγες εταιρίες έχουν τόσο μεθοδικά καταφέρει να διατηρήσουν τη σχέση μεταξύ Ουάσιγκτον και βιομηχανίας, όπως έχει κάνει η Μονσάντο – της οποίας πρώην υπάλληλοι και λομπίστες, συχνά απολαμβάνουν υψηλά πόστα σε οργανισμούς όπως η Διοίκηση Τροφίμων και Φαρμάκων και σε νομοθετικές επιτροπές, ή υπηρετούν σε διοικητικές θέσεις ταυτόχρονα για ρεπουμπλικάνους και δημοκρατικούς. Η εταιρία ξόδεψε κοντά στα 6 δις δολ. για την άσκηση πίεσης σε βουλευτές το 2012, περισσότερα από κάθε άλλο οργανισμό αγροτικής επιχείρησης και τρεις φορές το ποσό που έδωσε η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομική εταιρία η Archer Daniels Midland.
Αυτοί που είναι κοντά στην έρευνα επίσης, σημειώνουν ότι έγινε ευκολότερο για τους αρμόδιους να δικαιολογήσουν την αδράνεια, γιατί η Μονσάντο καθάρισε τις δράσεις της μόλις οι αρχές χτύπησαν την πόρτα της. Οι εταιρίες σπόρων λένε ότι η Μονσάντο άρχισε να χαλαρώνει τις συμφωνίες παραχώρησης άδειας το 2008, λιγότερο από ένα χρόνο αφού οι γενικοί δικηγόροι της πολιτείας ξεκίνησαν την έρευνά τους . Μήνες αφού το Τμήμα Δικαιοσύνης έκανε το ίδιο το 2009, η Μονσάντο ανακοίνωσε ότι επιτρέπει στους αγρότες να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν την πρώτη σε πωλήσεις μάρκα φασολιών σόγιας, Ράουνταπ Rέντι 1 (Roundup Ready 1), ακόμα και μετά τη λήξη της πατέντας το 2014. Αυτή η χειρονομία – τουλάχιστον θεωρητικά – ανοίγει την αγορά στον ανταγωνισμό των γενοσήμων*.
«Η Μονσάντο είχε φτάσει στο επίπεδο της επαρκούς κυριαρχίας, έτσι ώστε δεν χρειαζόταν πια τις περιοριστικές της συμφωνίες , της δημιουργούσαν μόνο προβλήματα», είπε ο δικηγόρος στο γραφείο της πολιτείας. » Έτσι χαλάρωσε τις πρακτικές της, δίνοντας περισσότερη ελευθερία στις εταιρίες σπόρων να κάνουν τις επιλογές τους. Αλλά δεν άλλαξε την κατεύθυνσή της στην αγορά – η Μονσάντο την είχε ήδη κλειδώσει.»
Ο επιχειρηματίας σπόρων από το Μίντγουεστ βεβαίωσε ότι η Μονσάντο υιοθέτησε ένα περισσότερο καλοκάγαθο πρόσωπο μετά το ξεκίνημα της έρευνας της πολιτείας το 2007. Όταν ρωτήθηκε αν οι καινούριες συμφωνίες ήταν δίκαιες, το σκέφτηκε για λίγο. «Υπάρχουν πολλοί τρόποι που η Μονσάντο μπορεί να χρησιμοποιήσει τη δύναμή της για να σε επηρεάσει», είπε. «Δεν χρειάζεσαι ένα γραπτό συμβόλαιο».
Όταν προσεγγίστηκε από το Σάλον (Salon : ιστοσελίδα του διαδικτύου στην οποία ανήκει το παρόν άρθρο), η Μονσάντο αρνήθηκε να σχολιάσει περαιτέρω την αρχική δήλωση της πολιτείας που ανακοινώθηκε από το Τμήμα Δικαιοσύνης.
Αρκετοί ειδικοί συμφωνούν, ότι η ισχυρότερη υπόθεση που το Τμήμα Δικαιοσύνης μπορούσε να είχε παρουσιάσει εναντίον της Μονσάντο, θα εστίαζε στο πώς χρησιμοποιούσε το μονοπώλιό της σε μία αγορά – στον εφοδιασμό των γενετικών χαρακτηριστικών – για να αποκλείσει ταυτόχρονα τους ανταγωνιστές και να κερδίσει πλεονέκτημα σε μία άλλη αγορά : τον πολλαπλασιασμό και τη λιανική πώληση των σπόρων.
Σημειώνουν ότι οι πρακτικές της Μονσάντο μοιάζουν με τη στάση της Microsoft και της Dentsply, δύο κυρίαρχων εταιριών, οι οποίες το Τμήμα Δικαιοσύνης μήνυσε για αντιμονοπωλιακή παράβαση στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Και οι δύο εταιρίες χρησιμοποίησαν συμβόλαια για να περιορίσουν την πρόσβαση των αντιπάλων στις πλατφόρμες που χρειάζονταν, για να διανείμουν τις τεχνολογίες τους. Με τουλάχιστον ένα τρόπο, η Μονσάντο απολαμβάνει ακόμα μεγαλύτερη δύναμη και από τη Microsoft, εφόσον τώρα της ανήκουν πολλοί από αυτούς τους μεσάζοντες – πολλαπλασιαστές σπόρων και εμπόρους λιανικής – δεν χρειάζεται πια γραπτές συμφωνίες για να κάνει χάρες σε κάποιες εταιρίες ενάντια άλλων. Μπορεί, πολύ αποτελεσματικά, να καταφέρει το ίδιο αποτέλεσμα χωρίς αυτά τα συμβόλαια.
Δικηγόροι λένε, ότι το να κερδίσεις μια τέτοια υπόθεση μπορεί να είναι δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο. «Μια επιτυχής υπόθεση εναντίον της Μονσάντο μπορεί να απαιτούσε πολύ έξυπνους δικαστικούς αγώνες», είπε ο Peter Carstensen, καθηγητής στο νομικό τμήμα του Πανεπιστημίου του Γουινσκόνσιν και ειδικός στο μονοπώλιο, ο οποίος έχει σπουδάσει πάνω στη βιομηχανία σπόρων. «Η (υπόθεση) Microsoft απαιτούσε μια ιδιαίτερη ικανή ομάδα δικηγόρων».
Μερικοί ειδικοί επίσης λένε, ότι το Τμήμα Δικαιοσύνης ήταν υπερβολικά προσεχτικό και τελικά στριμώχθηκε από την εταιρία. Ο John Hinderaker, δικηγόρος που καταφέρθηκε δικαστικά εναντίον της Μονσάντο πριν 10 χρόνια, σε μία ιδιωτική αντιμονοπωλιακή υπόθεση, λέει ότι η εταιρία, σε αντίθεση, ήταν ιδιαίτερα τολμηρή. «Οι περισσότερες εταιρίες θα είχαν βάλει ένα όριο σε συγκεκριμένες πρακτικές, αλλά η Μονσάντο είχε μία διαφορετική συμπεριφορά, απέναντι στον κίνδυνο «, είπε. «Έβλεπαν μία νομικά γκρίζα περιοχή και αποφάσιζαν να τη δοκιμάσουν. Ήταν επιθετικοί και με στρατηγική στάση».
Ο Hinderaker σημειώνει ότι οι πρώτες κερδισμένες δίκες εναντίον αγροτών που δεν είχαν περιθώρια αντίδρασης, οχύρωσαν τη Μονσάντο σε μετέπειτα μάχες, λέγοντας επίσης, «η Μονσάντο είναι πολύ τυχερή με τους αντιπάλους της».
Ο Carstensen, ένας πρώην δικηγόρος του Τμήματος Δικαιοσύνης, πιστεύει ότι οι αντιμονοπωλιακές αρχές μπορεί να είναι απρόθυμες να βρεθούν σε μία κατά μέτωπο μάχη, δεδομένου των πολιτικών διασυνδέσεων της Μονσάντο. «Υπήρχε μία καλή υπόθεση, αλλά τελικά κανένας δεν ήταν προετοιμασμένος να πάρει το ρίσκο και να προχωρήσει», είπε.
Το κοινό θα υποστεί τα αποτελέσματα του σχεδόν ολικού ελέγχου της Μονσάντο, πάνω στις περισσότερες από τις εταιρίες των ΗΠΑ. Από το 2001 η εταιρία έχει διπλασιάσει την τιμή των σπόρων σόγιας και καλαμποκιού, των οποίων οι σοδιές χρησιμοποιούνται σε τρόφιμα, από δημητριακά και πίτσες μέχρι σοκολάτες και αναψυκτικά. Το 2008 οι εκπρόσωποι της Μονσάντο είπαν ότι οι αγρότες πρέπει να περιμένουν ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να αναβαίνουν.
«Η Μονσάντο χρησιμοποίησε τη δύναμή της για να ανεβάσει τις τιμές και να διατηρήσει τον έλεγχο πάνω στα μεταλλαγμένα, σε βάρος των καταναλωτών», λέει ο Neil Harl, οικονομολόγος αγροτικής οικονομίας του Πανεπιστημίου της πολιτείας της Αϊόβα, ο οποίος έχει σπουδάσει πάνω στη βιομηχανία σπόρων και τους αντιμονοπωλιακούς νόμους για δεκαετίες και παρείχε συμβουλές μαζί με τους δικηγόρους του γενικού γραφείου κατά τη διάρκεια της έρευνας.
Δεν είναι απλώς θέμα υψηλών τιμών. Το αποτέλεσμα της απώλειας της ποικιλίας από την κυριαρχία της Μονσάντο μπορεί να περιορίσει την ικανότητά μας να προσαρμόσουμε τα αποθέματα φυτών σε ένα αυξανόμενα ευμετάβλητο κλίμα. Πολλοί από τους πολλαπλασιαστές σπόρων και εμπόρους λιανικής που η Μονσάντο αγόρασε ήταν ειδικοί στην περιοχή τους, πολύ οικείοι με το χώμα, ειδήμονες στο να πολλαπλασιάζουν σοδειές που ταιριάζουν στην ιδιαιτερότητα των τοπικών ζιζανίων και του κλίματος. Αυτό το εκτεταμένο δίκτυο της τοπικής γνώσης και του πειραματισμού έχει έντονα λιγοστέψει.
Ο Kyle Stiegert, καθηγητής γεωργίας και εφαρμοσμένων οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Ουινσκόνσιν-Μάντισον , λέει ότι ο βαθμός ελέγχου της Μονσάντο αποκλείει σημαντικές ευκαιρίες για καινοτομία. «Υπάρχουν σειρές χαρακτηριστικών και συνδυασμοί σπόρων, που κανείς πλέον δεν πειραματίζεται μαζί τους», λέει. «Δεν έχουμε ιδέα εάν οι παραγωγές μπορούσαν να ήταν υψηλότερες, εάν οι αγρότες είχαν την ευελιξία να πειραματιστούν».
Οι ειδικοί επανέλαβαν στους αρμόδιους του Τμήματος Δικαιοσύνης, σ’ ένα δημόσιο εργαστήρι στην Αϊόβα το Μάρτιο του 2010, όπως επίσης και σε αναφορές που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, ανησυχίες σχετικά με το πώς το μονοπώλιο της Μονσάντο απειλεί τη μελλοντική πρόοδο της βιοτεχνολογίας. Λένε ότι η αδράνεια του Τμήματος Δικαιοσύνης παγιώνει την κυριαρχία της Μονσάντο για το εγγύς μέλλον.
Σε τουλάχιστον ένα πρόσφατο περιστατικό, η διοίκηση του Ομπάμα έχει υποστηρίξει αυτή την κυριαρχία. Στην πολύκροτη υπόθεση του Ανώτατου Δικαστηρίου: Μπόουμαν (Bowman) εναντίον Μονσάντο, που έγινε τον προηγούμενο μήνα, ανάμεσα στην εταιρία και ένα 75χρονο αγρότη – η διοίκηση πήρε το μέρος της Μονσάντο. Η υπόθεση εξετάζει εάν η Μονσάντο μπορεί να χρησιμοποιήσει πατέντες για να ελέγξει το πώς οι αγρότες χρησιμοποιούσαν, όχι μόνο τους σπόρους της, αλλά και τους απογόνους τους. Στην περίληψή του ο γενικός δικηγόρος υποστήριξε ότι εάν τα δικαιώματα της πατέντας των σοδειών της Μονσάντο μειωνόντουσαν, τότε «το κίνητρο για να επενδύσει κανείς στην καινοτομία και στην έρευνα θα χανόταν».
«Είναι πολύ εκνευριστικό», λέει ο Carstensen. «Εάν η διοίκηση του Ομπάμα πραγματικά ενδιαφερόταν για την τεχνολογική καινοτομία θα είχαν προσπαθήσει να ελευθερώσουν την τεχνολογία από την αιχμαλωσία της από μία και μόνη εταιρία. » Αντίθετα, λέει, «έχουν προστατεύσει τα δικαιώματα της Μονσάντο».
Η διοίκηση του Ομπάμα άνοιξε την έρευνα, σαν μέρος μιας υπογεγραμμένης προσπάθειας να επαναφέρει την ενδυνάμωση των αντιμονοπωλιακών νόμων, τελικά όμως, φαίνεται να έχει οχυρώσει την υπερβολική δύναμη ενός από τους βασικούς της αντίδικους.
Έχει επίσης διασφαλίσει, ότι οι μελλοντικές εξελίξεις στους σπόρους μας – τη βάση της προμήθειας της διατροφής μας – δεν θα γίνεται από αγρότες ή από επιστήμονες, που ανταγωνίζονται για να ανακαλύψουν την επόμενη καινοτομία, αλλά από τα ιδιωτικά συμφέροντα ενός και μόνο γίγαντα.
Η Lina Kahn αρθρογραφεί πάνω στις επιπτώσεις της συρρίκνωσης της οικονομικής δύναμης στις Αγορές, στις Επιχειρήσεις και στην Εναλλακτική Πρωτοβουλία για το New America Foundation.

*Με τον όρο γενόσημο φάρμακο χαρακτηρίζεται οποιοδήποτε φάρμακο του οποίου η δραστική ουσία δεν καλύπτεται πλέον από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και δικαιωμάτων επ΄ αυτού. Ο όρος είναι καθαρά εμπορικός και αφορά τη διακίνηση των φαρμάκων. Τα γενόσημα φάρμακα έχουν χαμηλότερη τιμή από τα φάρμακα που καλύπτονται από δικαιώματα ευρεσιτεχνίας.
(Βικιπαίδεια)

Μετάφραση – απόδοση: Μ.Κωτσογιάννη

πηγη